Θυλακιώδες Καρκίνωμα Θυρεοειδούς
Follicular Thyroid Carcinoma – FTC | Συμπτώματα, διάγνωση και θεραπεία
Το Θυλακιώδες Καρκίνωμα του θυρεοειδούς (Follicular Thyroid Carcinoma – FTC) αποτελεί διακριτό ιστολογικό τύπο διαφοροποιημένου Καρκινώματος του Θυρεοειδούς, ο οποίος προέρχεται από τα θυλακιώδη κύτταρα του θυρεοειδούς αδένα. Χαρακτηρίζεται συνήθως από βραδεία εξέλιξη και, όταν διαγνωστεί σε εντοπισμένο στάδιο και αντιμετωπιστεί με πλήρη χειρουργική εξαίρεση, συνοδεύεται από ιδιαίτερα ευνοϊκή πρόγνωση.
Το καθοριστικό διαγνωστικό κριτήριο δεν είναι μόνο η μορφολογία των νεοπλασματικών κυττάρων, αλλά η παρουσία διήθησης της κάψας ή/και των αγγείων του όγκου. Η έκταση της διήθησης αποτελεί βασικό προσδιοριστικό παράγοντα της βιολογικής συμπεριφοράς, της πρόγνωσης και της περαιτέρω θεραπευτικής στρατηγικής.
Συμπτώματα
Το θυλακιώδες καρκίνωμα εμφανίζεται συχνότερα ως μονήρης θυρεοειδικός όζος, χωρίς ειδική συμπτωματολογία. Η λειτουργία του θυρεοειδούς παραμένει συνήθως φυσιολογική και η βλάβη μπορεί να εντοπιστεί κατά την κλινική εξέταση ή τυχαία στο πλαίσιο υπερηχογραφικού ελέγχου.
Ανάλογα με το μέγεθος και την τοπική έκταση του όγκου, μπορεί να παρατηρηθούν:
- ψηλαφητή ή ορατή διόγκωση στον τράχηλο,
- προοδευτική αύξηση του μεγέθους ενός γνωστού όζου,
- αίσθημα πίεσης ή δυσφορίας στην περιοχή του τραχήλου,
- δυσχέρεια στην κατάποση,
- δύσπνοια ή αίσθημα περιορισμού της αναπνοής,
- επίμονο βράγχος φωνής.
Η ταχεία αύξηση ενός θυρεοειδικού όζου, η εμφάνιση πιεστικών συμπτωμάτων ή η μεταβολή της φωνής απαιτούν άμεση και ολοκληρωμένη διερεύνηση.
Πώς πραγματοποιείται η διάγνωση;
Η διάγνωση βασίζεται στον συνδυασμό κλινικής εξέτασης, υπερηχογραφικού ελέγχου του θυρεοειδούς και των τραχηλικών λεμφαδενικών διαμερισμάτων, καθώς και εργαστηριακού ελέγχου της θυρεοειδικής λειτουργίας.
Το υπερηχογράφημα αξιολογεί το μέγεθος, τη σύσταση, τα όρια και τα υπόλοιπα μορφολογικά χαρακτηριστικά του όζου και καθορίζει, σε συνδυασμό με τα κλινικά δεδομένα, την ένδειξη παρακέντησης με λεπτή βελόνη (Fine-Needle Aspiration – FNA).
Η FNA μπορεί να αναγνωρίσει μία βλάβη θυλακιώδους προτύπου, δεν μπορεί όμως να διακρίνει με βεβαιότητα το θυλακιώδες αδένωμα από το θυλακιώδες καρκίνωμα (καθώς δεν μπορεί να διακρίνει πιθανή διήθηση της κάψας). Επομένως, η οριστική διάγνωση τίθεται μετά τη χειρουργική αφαίρεση και την ενδελεχή ιστολογική εξέταση του παρασκευάσματος.
Σταδιοποίηση και εκτίμηση της νόσου
Η σταδιοποίηση βασίζεται στο μέγεθος και στην τοπική επέκταση του πρωτοπαθούς όγκου, στην παρουσία τραχηλικών λεμφαδενικών μεταστάσεων και στην ύπαρξη απομακρυσμένης νόσου. Όταν αναπτύσσονται απομακρυσμένες μεταστάσεις, αυτές εντοπίζονται συχνότερα στους πνεύμονες και στα οστά. Η ηλικία του ασθενούς συνυπολογίζεται για τον καθορισμό του συνολικού προγνωστικού σταδίου.
Παράλληλα με το ανατομικό στάδιο, πραγματοποιείται ξεχωριστή εκτίμηση του κινδύνου παραμονής ή υποτροπής της νόσου μετά την αρχική θεραπεία. Ιδιαίτερη προγνωστική βαρύτητα έχει η αγγειακή διήθηση, καθώς ο κίνδυνος απομακρυσμένης διασποράς αυξάνεται ανάλογα με την έκτασή της.
Για την ολοκληρωμένη εκτίμηση συνεκτιμώνται:
- το μέγεθος του πρωτοπαθούς όγκου,
- ο ιστολογικός υπότυπος,
- η έκταση της καψικής και αγγειακής διήθησης,
- η παρουσία εξωθυρεοειδικής επέκτασης,
- η κατάσταση των χειρουργικών ορίων,
- η λεμφαδενική συμμετοχή,
- η παρουσία απομακρυσμένων μεταστάσεων
Εξατομικευμένη θεραπευτική αντιμετώπιση
Η χειρουργική εξαίρεση αποτελεί τη βασική θεραπεία του Θυλακιώδους Καρκινώματος. Η επιλογή μεταξύ λοβεκτομής (ημιθυρεοειδεκτομής) και ολικής θυρεοειδεκτομής καθορίζεται από το μέγεθος και την έκταση του όγκου, τα χαρακτηριστικά του ετερόπλευρου λοβού, τα προεγχειρητικά ευρήματα και το τελικό ιστολογικό αποτέλεσμα.
Η ολική θυρεοειδεκτομή είναι η κύρια χειρουργική επιλογή και ενδείκνυται συχνότερα σε μεγαλύτερους όγκους, αμφοτερόπλευρη νόσο, εκτεταμένη αγγειοδιήθηση, εξωθυρεοειδική επέκταση ή μεταστάσεις, καθώς και όταν κρίνεται σκόπιμη η μετεγχειρητική χορήγηση ραδιενεργού ιωδίου.
Σε επιλεγμένους, εντοπισμένους όγκους χαμηλού κινδύνου (π.χ μικρότερους του ενός εκατοστού) μπορεί να επιλεγεί η μονόπλευρη λοβεκτομή. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, ενδέχεται να απαιτηθεί συμπληρωματική θυρεοειδεκτομή σε δεύτερο χρόνο.
Όταν υπάρχει τραχηλική λεμφαδενική νόσος, πραγματοποιείται θεραπευτικός λεμφαδενικός καθαρισμός του αντίστοιχου ανατομικού διαμερίσματος.
Η ογκολογικά επαρκής αντιμετώπιση προϋποθέτει πλήρη εξαίρεση της νόσου, με ταυτόχρονη αναγνώριση και διατήρηση των παλίνδρομων λαρυγγικών νεύρων και, όπου είναι εφικτό, της αγγείωσης των παραθυρεοειδών αδένων.
Συμπληρωματικές θεραπευτικές επιλογές
Σε επιλεγμένους ασθενείς με προχωρημένη, υποτροπιάζουσα ή μεταστατική νόσο μπορεί να απαιτηθεί συνδυαστική θεραπευτική προσέγγιση.
Η μετεγχειρητική χορήγηση ραδιενεργού ιωδίου επιλέγεται κυρίως όταν υπάρχει αυξημένος κίνδυνος υποτροπής ή υπολειπόμενη ή μεταστατική νόσος.
Μετά από ολική θυρεοειδεκτομή απαιτείται θεραπεία υποκατάστασης με λεβοθυροξίνη. Ο επιθυμητός στόχος της TSH προσδιορίζεται εξατομικευμένα και επανεκτιμάται ανάλογα με τον αρχικό κίνδυνο και την ανταπόκριση στη θεραπεία.
Σε σπάνιες περιπτώσεις προοδευτικής νόσου που δεν ανταποκρίνεται στο ραδιενεργό ιώδιο, μπορεί να εξεταστούν τοπικές θεραπείες, αναστολείς πολλαπλών κινασών (MKIs) ή μοριακά στοχευμένες θεραπείες, στο πλαίσιο εξειδικευμένης διεπιστημονικής διαχείρισης.
Παρακολούθηση & Πρόγνωση
Η μακροχρόνια παρακολούθηση μετά τη χειρουργική θεραπεία είναι ιδιαίτερα σημαντική για την έγκαιρη ανίχνευση υπολειμματικής ή υποτροπιάζουσας νόσου.
Κατά περίπτωση, η παρακολούθηση περιλαμβάνει κλινική εξέταση, έλεγχο της TSH, μέτρηση της θυρεοσφαιρίνης και των αντισωμάτων έναντι της θυρεοσφαιρίνης, κυρίως μετά από ολική θυρεοειδεκτομή, καθώς και υπερηχογράφημα τραχήλου. Συμπληρωματικός απεικονιστικός έλεγχος πραγματοποιείται όταν υπάρχουν αντίστοιχες κλινικές, βιοχημικές ή υπερηχογραφικές ενδείξεις.
Η θεραπευτική αντιμετώπιση είναι κατά κανόνα επιτυχής και η πρόγνωση ευνοϊκή. Ωστόσο, σε ασθενείς μεγαλύτερης ηλικίας, σε όγκους διαμέτρου άνω των 4 cm, καθώς και όταν υπάρχει εξωθυρεοειδική επέκταση ή εκτεταμένη λεμφαδενική συμμετοχή, η πιθανότητα υποτροπής στη δεκαετία μπορεί να φτάσει περίπου το 20%.
Γεώργιος Ψυχογιός
Ωτορινολαρυγγολόγος, Χειρουργός Κεφαλής και Τραχήλου καθηγητής ΩΡΛ Πανεπιστημιακής Κλινικής Ιωαννίνων
Επικοινωνία
: 26510-72130
: orl.pgnioannina@gmail.com
Βιβλιογραφία
Yamazaki H, Sugino K, Katoh R, et al. Management of follicular thyroid carcinoma. Eur Thyroid J. 2024;13(5):e240146.
https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/39419099/
Yamazaki H, Sugino K, Katoh R, et al. Role of the degree of vascular invasion in predicting prognosis of follicular thyroid carcinoma. J Clin Endocrinol Metab. 2024;109(5):1291–1300.
https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/38006314/
Ringel MD, Sosa JA, Baloch Z, et al. 2025 American Thyroid Association Management Guidelines for Adult Patients with Differentiated Thyroid Cancer. Thyroid. 2025;35(8):841–985.
https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/40844370/
National Comprehensive Cancer Network. NCCN Clinical Practice Guidelines in Oncology: Thyroid Carcinoma. Version 1.2025. 2025.
https://www.nccn.org/guidelines/category_1
Santacroce L. Follicular Thyroid Carcinoma Treatment & Management. Medscape. Updated March 12, 2026.
https://emedicine.medscape.com/article/278488-treatment
Last updated: July, 2026